

Η στάση του πρωθυπουργού της Ελλάδας απέναντι στα πρόσφατα γεγονότα στη Βενεζουέλα δεν αποτελεί απλώς μια λανθασμένη διπλωματική επιλογή. Αποτελεί απόδειξη πολιτικής ανηθικότητας απέναντι στην έννοια του δικαίου.
Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, η ελληνική κυβέρνηση — και ορθά — μίλησε για παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας, για επιτιθέμενο κράτος, για κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Τοποθετήθηκε με σαφήνεια, ονοματίζοντας τον θύτη.
Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, όμως, όπου σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε άμεση επέμβαση και σύλληψη του προέδρου της χώρας, η γλώσσα άλλαξε.
Ο πρωθυπουργός δεν έκρινε τη νομιμότητα. Δεν κατονόμασε επιτιθέμενο. Δήλωσε ότι «δεν είναι η στιγμή» για τέτοιες συζητήσεις.
Αυτή η φράση συμπυκνώνει μια ολόκληρη πολιτική φιλοσοφία: το δίκαιο δεν είναι κανόνας, αλλά περιστασιακή πολυτέλεια.
Η ειρωνεία είναι προφανής. Ο Νικολάς Μαδούρο, ανεξαρτήτως κριτικής στο καθεστώς του, διέθετε μεγαλύτερη εκλογική νομιμοποίηση από αυτήν που διαθέτει σήμερα ο Έλληνας πρωθυπουργός. Κι όμως, χαρακτηρίζεται συλλήβδην «δικτάτορας», ενώ η εξωτερική ανατροπή του αντιμετωπίζεται με πολιτική ανοχή.
Το πρόβλημα δεν είναι η κριτική σε αυταρχικά καθεστώτα.
Το πρόβλημα είναι η επιλεκτική εφαρμογή των αρχών.
Η ίδια λογική έχει ήδη εφαρμοστεί στο εσωτερικό της χώρας.
Στην τραγωδία των Τεμπών, στις παράνομες παρακολουθήσεις, στα σκάνδαλα διαχείρισης ευρωπαϊκών και δημόσιων πόρων, το δίκαιο δεν λειτούργησε ως μηχανισμός λογοδοσίας, αλλά ως μηχανισμός συγκάλυψης.
Όταν μια κυβέρνηση μαθαίνει να εργαλειοποιεί το δίκαιο στο εσωτερικό, αργά ή γρήγορα θα το κάνει και στην εξωτερική πολιτική.
Και αυτό είναι επικίνδυνο για τη χώρα.
Γιατί η Ελλάδα, μια χώρα που επικαλείται το διεθνές δίκαιο για την υπεράσπιση της κυριαρχίας της, δεν έχει το δικαίωμα να το υπονομεύει επιλεκτικά.
Όποιος μετατρέπει το δίκαιο σε εργαλείο ισχύος, δεν θα το βρει μπροστά του όταν το χρειαστεί.
Το διεθνές δίκαιο ή εφαρμόζεται σε όλους ή καταρρέει για όλους.



